επιπορεύομαι

ἐπιπορεύομαι (Α) [πορεύομαι]
1. βαδίζω εναντίον, πηγαίνω προς μια κατεύθυνση («ἐπιπορευόμενος ἀδεῶς ἐπόρθει τήν τε τῶν Συρακοσίων... χώραν», Πολ.)
2. (με αιτ.) διανύω, διέρχομαι, διασχίζω («ξύλον ἔχοντα τήν οίκουμένην ἐπιπορεύεσθαι», Πλούτ.)
3. (για στρατηγό) επισκέπτομαι, επιθεωρώ παράταξη
4. διατρέχω, διέρχομαι
5. (για πλανήτες) φθάνω, εισέρχομαι κάπου
6. παίρνω νομικά μέτρα εναντίον κάποιου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπορεύεσθε — ἐπιπορεύομαι travel pres imperat mp 2nd pl ἐπιπορεύομαι travel pres ind mp 2nd pl ἐπιπορεύομαι travel pres imperat mp 2nd pl ἐπιπορεύομαι travel pres ind mp 2nd pl ἐπιπορεύομαι travel imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) ἐπιπορεύομαι travel… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορεύῃ — ἐπιπορεύομαι travel pres subj mp 2nd sg ἐπιπορεύομαι travel pres ind mp 2nd sg ἐπιπορεύομαι travel pres subj mp 2nd sg ἐπιπορεύομαι travel pres ind mp 2nd sg ἐπιπορεύομαι travel pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευομένων — ἐπιπορεύομαι travel pres part mp fem gen pl ἐπιπορεύομαι travel pres part mp masc/neut gen pl ἐπιπορεύομαι travel pres part mp fem gen pl ἐπιπορεύομαι travel pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευόμενον — ἐπιπορεύομαι travel pres part mp masc acc sg ἐπιπορεύομαι travel pres part mp neut nom/voc/acc sg ἐπιπορεύομαι travel pres part mp masc acc sg ἐπιπορεύομαι travel pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορεύσομαι — ἐπιπορεύομαι travel aor subj mp 1st sg (epic) ἐπιπορεύομαι travel fut ind mp 1st sg ἐπιπορεύομαι travel aor subj mid 1st sg (epic) ἐπιπορεύομαι travel fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευθεῖσα — ἐπιπορεύομαι travel aor part mp fem nom/voc sg ἐπιπορεύομαι travel aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευθείς — ἐπιπορεύομαι travel aor part mp masc nom/voc sg ἐπιπορεύομαι travel aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευθῆναι — ἐπιπορεύομαι travel aor inf mp ἐπιπορεύομαι travel aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευθέντες — ἐπιπορεύομαι travel aor part mp masc nom/voc pl ἐπιπορεύομαι travel aor part pass masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορευθέντων — ἐπιπορεύομαι travel aor part mp masc/neut gen pl ἐπιπορεύομαι travel aor part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.